Η νέα Αριστερά και η πρόκληση του πραγματικού

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

«Πριν επιχειρήσουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, πρέπει πρώτα να τον κατανοήσουμε και κατάλληλα να τον ερμηνεύσουμε». Αυτή η χαρακτηριστική φράση του Μαξ Βέμπερ μπορεί στην παρούσα συγκυρία να αξιοποιηθεί και ως αφετηρία αναστοχασμού για την ανασύνταξη και τις νέες θέσεις της Αριστεράς της πρόσφατης μετεκλογικής περιόδου στην Ελλάδα.

Οι εμβριθείς συζητήσεις αναφορικά με την πιθανή αναδιαμόρφωση της ιδεολογικής ταυτότητας δεν θα πρέπει να προηγηθούν του χρόνου που απαιτείται για την εξαγωγή ορθών συμπερασμάτων από την ανάλυση πραγματικών οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών. Θα πρέπει κατ’ αρχάς να μελετηθεί ο κόσμος όπως είναι και όχι όπως θα έπρεπε να είναι.

Χωρίς αυτήν την προϋπόθεση, η συζήτηση περί υπερίσχυσης μιας εκ των τάσεων, π.χ. της ριζοσπαστικής Αριστεράς, της Κεντροαριστεράς, της οικολογικής, προοδευτικής κοινωνικής Αριστεράς κ.λπ., θα εξαντλεί τον χρόνο του διαλόγου μέσα σε έναν ιδεολογικό σχολαστικισμό και σε μια ταύτιση του χρόνου επανεκκίνησης με τον χρόνο λήξης του διαλόγου. Η διαδικασία αυτή αν όχι άκαρπη, θα είναι τουλάχιστον αναποτελεσματική ως προς την αναζήτηση μιας νέας ταυτότητας, αφού, χωρίς αμφιβολία, θα διαπιστωθούν εκ νέου οι ήδη υπάρχουσες τάσεις και προτεραιότητες, ενώ μειωμένο προβλέπεται και το ενδιαφέρον των πολιτών.

Η νέα πολιτική ταυτότητα δεν κρίνεται τόσο στην ονοματολογία του χώρου και στον πληθωρισμό των προθεμάτων μιας πληθυντικής Αριστεράς, που απλά συναρθρώνει όλες αυτές τις τάσεις, όσο στον εμπνευσμένο, σύγχρονο πολιτικό προγραμματισμό που θα απαντά σε θέματα κοινωνικής ευημερίας, εργασίας, δικαιοσύνης και γενικότερα εσωτερικής δημοκρατίας. Εκεί που θα κριθεί πλέον η πολιτική υπεροχή δεν είναι στο a priori ηθικό πλεονέκτημα της Αριστεράς. Το «εμείς» και «οι άλλοι» προφανώς και δεν μπορεί να συνιστά διαρκές όχημα και προνομιακό εργαλείο στην πολιτική αντιπαράθεση, ούτε να ανταποκριθεί σε όλο το εύρος και τη συνθετότητα των κοινωνικοοικονομικών προβλημάτων. Πόσο μάλλον όταν η εκλογική συμπεριφορά των πολιτών και οι συνεχείς μετατοπίσεις δεν υποδηλώνουν ισχυρούς πολιτικούς δεσμούς με κάποια πλευρά.

Η πολιτική ταυτότητα της νέας Αριστεράς θα πρέπει να απαλλαγεί από οντολογικές, αποκαλυπτικές και ουσιοκρατικές προκαταλήψεις αλλά και από υποτιθέμενες νομοτελειακές δικαιώσεις. Αντίθετα, θα πρέπει να αναλύσει βασανιστικά το συγκυριακό ως καταρχήν ιστορικά πραγματικό και όχι απλοϊκά ως ιδεολογικά ψευδές, σε σύγκριση με κάποιο νοσταλγικό αληθές, απόσταγμα νεορομαντισμού. Αναρωτιέται κανείς πόσο ψευδείς μπορεί να είναι οι πολυσχιδείς συνέπειες της νεωτερικότητας και ποια η αντίσταση εναντίον της, πέρα από την αναγνώριση των ορίων της και της αποκάλυψης των αντιφάσεων στο απολυτοποιημένο πρόταγμα ορθολογικότητας που επιχειρούν οι θιασώτες του νεοφιλελευθερισμού. Ωσάν η ίδια η νεωτερικότητα να ταυτίζεται με το δικό τους πολιτικό, οικονομικό και αξιακό σύστημα.

Στη λαϊκιστική κουλτούρα της νέας συντηρητικής πολιτικής διακρίνει κανείς έναν ιδιότυπο και συγκαλυπτόμενο λαϊκισμό που απολυτοποιεί το πρότυπο της ανεμπόδιστης ανάπτυξης, το οποίο εξιδανικεύεται παράλληλα στο φαντασιακό εθνικό ιδεώδες ως η προοπτική της κοινής ωφέλειας. Ταυτόχρονα, τα μέτρα εφαρμοσμένης πολιτικής αποκαλύπτουν συνήθως το αντίθετο: Το αφήγημα της ορθολογικής ομαλότητας αποκαλύπτει ένα μοντέλο πλασματικής ευημερίας με ελαστικές μορφές εργασίας και διατήρηση της ανταγωνιστικότητας με τη μονοκαλλιέργεια της χαμηλά αμειβόμενης εργασίας. Παράλληλα, συνταιριάζονται πολιτικές οικονομικής μεγέθυνσης με αντίστοιχες συμπεριφορές και πολιτισμικά – καταναλωτικά πρότυπα. αναζητώντας νομιμοποίηση σε αξιακό και ηθικό επίπεδο.

Πάνω σε αυτές τις πολιτικές πρακτικές μετεξελίσσονται τα αξιακά πρότυπα σε εργαλειακές συμπεριφορές, ενσωματώνεται κοινωνικά το κοινό περί δικαίου αίσθημα, ενώ η κοινωνική ανισότητα όχι μόνο δεν καταγγέλλεται πολιτικά αλλά αντιμετωπίζεται ως αναπόφευκτη συνέπεια της κοινωνικής διαφοροποίησης. Στο κερματισμένο αυτό κοινωνικό τοπίο, οι ικανότητες των εξατομικευμένων υποκειμένων δημιουργούν την πολιτική, οικονομική και επαγγελματική πραγματικότητα. Είναι σαφές ότι σε αυτό το κατ’ επίφαση αποϊδεολογικοποιημένο αφήγημα απουσιάζουν οι μακροοικονομικοί στόχοι και ο αναστοχασμός πάνω στα κοινωνικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά μιας αναπτυξιακής προοπτικής.

Παράλληλα, τα ζητήματα που αφορούν τις αναγκαίες ρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, την κλιματική αλλαγή, το μεταναστευτικό, το φυσικό περιβάλλον ηχούν ως αφηρημένες έννοιες που είτε δεν συνιστούν προτεραιότητες είτε αντιμετωπίζονται με τον πολιτικό κυνισμό της αποτροπής. Δεν είναι τυχαίο ότι ο νέος εθνολαϊκισμός τύπου Τραμπ, Σαλβίνι, Ορμπαν κ.λπ. γνωρίζει εκλογικές επιτυχίες, αποβάλλοντας από την πολιτική ατζέντα τα παραπάνω, αποφεύγοντας τα μη δημοφιλή μέτρα φορολόγησης για την ανάληψη πρωτοβουλιών για το περιβάλλον ή την αποδοχή της κατανομής ως προς τον αριθμό προσφύγων στη χώρα τους. Επιπλέον, με την υποτιθέμενη ικανοποίηση του αιτήματος ασφάλειας, επιχειρείται μια πολιτική εργαλειοποίηση μπροστά στην ασαφή και επικίνδυνη ετερότητα.

Απέναντι στα παραπάνω, στον προγραμματικό λόγο της νέας αριστερής πρότασης, η απόσταση ανάμεσα στην ιδεολογική ταυτότητα και την επίδειξη πολιτικού ρεαλισμού δεν μπορεί να είναι μεγάλη. Οι προτάσεις της Αριστεράς δεν έρχονται από έναν άλλον κόσμο, ενός εξιδανικευμένου ιδεολογικά υπεριστορικού ιδεώδους. Είναι φανερό ότι οι αποτυχίες της σχετίζονται με το ότι ο πολιτικός ρεαλισμός δεν εγγράφεται στον προγραμματικό της λόγο (όπως π.χ. οι Πράσινοι στη Γερμανία), αποδυναμώνοντας έτσι τις ευκαιρίες υπερίσχυσης του προοδευτικά εφικτού. Ο πολιτικός της ρεαλισμός είναι αμυντικός και απολογητικός, συνάμα ρευστός και συγκυριακός, διατηρώντας απλά τα εφήμερα χαρακτηριστικά του μέσου για την εκπλήρωση του ανέφικτου ιδεώδους σκοπού. Ετσι, το εφικτό ενοχοποιείται με το στίγμα της υποχώρησης, ενώ το ιδεώδες τελικά απαξιώνεται στις κοινωνικές συνειδήσεις.

Στην πολιτική κριτική της Αριστεράς θα πρέπει επίσης να γίνει κατανοητό ότι η Ευρώπη δεν οικοδομήθηκε ως ένα νεοφιλελεύθερο Project και ότι οι πολιτικοί συσχετισμοί των εθνών-κρατών είναι αυτές που διαμόρφωσαν μια πολιτικοοικονομική πραγματικότητα. Ο αγώνας βρίσκεται εκεί, στους συσχετισμούς αυτούς. Σήμερα η νέα Αριστερά μπορεί να σταθεί απέναντι στην πρόκληση του πραγματικού, να υπερασπιστεί αυτή τις ευρωπαϊκές αξίες, αλλά και να διαχειριστεί το υπαρξιακό άγχος της διακινδύνευσης, τον βιωματικό και φοβικό παρορμητισμό των εθνικών ταυτοτήτων των πολιτών απέναντι στη διεθνική ευρωπαϊκή Δημοκρατία. Ενα άγχος και μια απογοήτευση που προκλήθηκε από εσφαλμένες εγχώριες και ευρωπαϊκές πολιτικές με συνέπεια την υπερίσχυση του δημαγωγικού λόγου και των εθνοφασιστικών μορφωμάτων.

Σε αυτήν την αρνητική πραγματικότητα ο λόγος της Αριστεράς δεν μπορεί να είναι αναχωρητικός και σωτηριακός, ώστε να αναζητήσει την προστασία και τη διάσωση της πολιτικής και ηθικής της ταυτότητας σε ασφαλές περιχαρακωμένο ιδεολογικό περιβάλλον. Οι έννοιες της υπέρβασης και του ριζοσπαστισμού πρέπει να διαβαστούν κάτω από την κατανόηση της ιστορικής συγκυρίας και να αρθρωθούν ως συνεκτική και διεισδυτική πολιτικά πρόταση.

Στην πορεία αυτή μπορεί να μη συναντήσει τις σημερινές ηγεσίες των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων της Ευρώπης μετά τη διολίσθηση που γνώρισαν – και είναι υπεύθυνες γι’ αυτήν. Θα συναντήσει, ωστόσο, τις αξίες της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατικής Ευρώπης πάνω στις οποίες οικοδομήθηκε το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Στη βάση αυτή, η ιδεολογία θα πρέπει να παράγεται από την ορθή ανάγνωση της πραγματικότητας και όχι αντίθετα, δηλαδή η ιδεολογία να επιλέγει ή να διαμορφώνει τη δική της πραγματικότητα.

*Καθηγητής Κοινωνιολογίας της Γνώσης. Κοσμήτορας Σχολής Κοινωνικών Επιστημών Πανεπιστημίου Αιγαίου

 

Get real time updates directly on you device, subscribe now.

This website uses cookies to improve your experience. We'll assume you're ok with this, but you can opt-out if you wish. Accept Read More